Άρθρο του Λεωνίδα Δημητριάδη – Ευγενίδη
Προέδρου του Ομίλου Ευγενίδη
Η ένταξη της ναυτιλίας στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας ρύπων ETS δημιουργεί ένα νέο και ιδιαίτερα υψηλό οικονομικό βάρος για τη διεθνή ναυτιλία. Για την Ελλάδα, η είσπραξη εσόδων από τα ETS που προέρχονται από τις θαλάσσιες μεταφορές εκτιμάται ότι τα επόμενα χρόνια μπορεί να προσεγγίσει ακόμη και το 1 δισεκατομμύριο ευρώ ετησίως.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά θεσμικό. Πού ακριβώς πηγαίνουν αυτά τα χρήματα;
Σήμερα, ούτε οι πολίτες ούτε οι επιχειρήσεις μπορούν να εντοπίσουν με σαφήνεια πόσα εισπράττει κάθε κράτος-μέλος από τη ναυτιλία μέσω του ETS, πού διοχετεύονται τα ποσά αυτά, ποια έργα χρηματοδοτούνται και ποια είναι η πραγματική ανταποδοτικότητα προς τον κλάδο που επιβαρύνεται.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ζητά από τα κράτη-μέλη να χρησιμοποιούν τα έσοδα του ETS για πράσινες και κλιματικές πολιτικές. Ωστόσο, δεν υπάρχει σήμερα ένας ενιαίος και πλήρως διαφανής ευρωπαϊκός μηχανισμός που να επιτρέπει τη δημόσια και αναλυτική παρακολούθηση της διαδρομής αυτών των χρημάτων.
Αυτό δημιουργεί εύλογες ανησυχίες ότι ένα εργαλείο περιβαλλοντικής πολιτικής κινδυνεύει να εκληφθεί ως ένας γενικός εισπρακτικός μηχανισμός — ένα «ATM της ναυτιλίας».
Η λύση δεν είναι η άρνηση της πράσινης μετάβασης. Είναι η διαφάνεια.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να δημιουργήσει ένα κοινό πλαίσιο δημόσιας λογοδοσίας, στο οποίο κάθε κράτος-μέλος θα δημοσιοποιεί τα έσοδα από τα ETS που προέρχονται από τη ναυτιλία, τη χρήση τους, τα έργα που χρηματοδοτούνται και τα μετρήσιμα αποτελέσματα αυτών των επενδύσεων.
Η πράσινη μετάβαση χρειάζεται εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη απαιτεί πλήρη διαφάνεια για κάθε ευρώ που καταβάλλεται από έναν από τους σημαντικότερους στρατηγικούς κλάδους της ευρωπαϊκής οικονομίας.